Περί του Αββά Παμβώ.
α΄. Ήταν ένας λεγόμενος Αββάς Παμβώ και γι’ αυτόν αναφέρουν, ότι επί τρία χρόνια παρακαλούσε τον Θεό, λέγοντας: «Μη με δοξάσεις πάνω στη γη». Και τόσο τον δόξασε ο Θεός, ώστε δεν μπορούσε κάποιος να τον ατενίσει κατά πρόσωπο, από τη δόξα όπου έλαμπε στην όψη του.
β΄. Ήλθαν κάποτε αδελφοί στον Αββά Παμβώ και τον ρώτησε ο ένας, λέγοντας: «Αββά, εγώ επί δυο μέρες νηστεύω και δυο ψωμιά τρώω. Άρα σώζω την ψυχή μου ή είμαι σε πλάνη;».
Είπε δε και ο άλλος: «Αββά, εγώ κερδίζω δυο μικρά νομίσματα από το εργόχειρο μου κάθε μέρα και κρατώ κάτι για τη διατροφή μου, τα δε υπόλοιπα τα προσφέρω ελεημοσύνη. Άρα σώζομαι ή πάω χαμένος;».
Ενώ όμως πολύ τον παρακαλούσαν, δεν τους έδωσε απόκριση. Ύστερα δε από τέσσερις μέρες, ήταν να φύγουν. Και τους παρηγορούσαν οι κληρικοί, λέγοντας: «Μη στενοχωρηθείτε, αδελφοί. Ο Θεός θα σας αμείψει. Έτσι συνηθίζει ο γέροντας, δεν μιλά εύκολα, αν ο Θεός δεν του δώσει εσωτερική πληροφορία».
Πήγαν λοιπόν στον γέροντα και του είπαν: «Αββά, προσευχήσου για μας».
Τους ρωτά: «Θέλετε να φύγετε;».
Του απαντούν: «Ναι».
Τότε, παίρνοντας επάνω του τις πράξεις τους και γράφοντας στο χώμα, έλεγε: «Ο Παμβώ, επί δυο μέρες νηστεύοντας και δυο ψωμιά τρώγοντας, άρα μ’ αυτό γίνεται μοναχός; Όχι. Ο Παμβώ κερδίζει με το εργόχειρο του δυο μικρά νομίσματα και τα δίνει ελεημοσύνη. Άρα, έτσι, γίνεται μοναχός; Όχι ακόμη».
Και τους λέει: «Καλές βέβαια είναι οι πράξεις. Αλλά αν δεν φυλάξεις τη συνείδηση σου καθαρή απέναντι στον πλησίον σου, δεν σώζεσαι».
Και έχοντας εσωτερική πληροφορία, έφυγαν μετά χαράς.
γ΄. Πήγαν κάποτε τέσσερις Σκητιώτες στον μεγάλο Παμβώ, φορώντας δέρματα, και φανέρωσε ο καθένας την αρετή του συντρόφου του. Ο ένας νήστευε πολύ. Ο δεύτερος δεν είχε τίποτε το υλικό δικό του. Και ο τρίτος είχε αποκτήσει πολλή αγάπη. Λένε δε και για τον τέταρτο, ότι είκοσι δύο χρόνια έχει οπού βρίσκεται σε υπακοή γέροντα.
Τους αποκρίθηκε ο Αββάς Παμβώ: «Σας λέω, ότι η αρετή αυτού του τελευταίου μεγαλύτερη είναι. Γιατί ο καθένας από σας, την αρετή όπου απόκτησε, την πήρε με το θέλημα του. Αυτός όμως έκοψε το δικό του θέλημα και κάνει άλλου το θέλημα. Τέτοιοι άνθρωποι, ομολογητές είναι, αν αντέξουν έως το τέλος».
δ΄. Ο οσίας μνήμης Αθανάσιος, ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, παρακάλεσε τον Αββά Παμβώ να κατεβεί από την έρημο στην Αλεξάνδρεια. Κατέβηκε λοιπόν και βλέποντας εκεί μια γυναίκα του θεάτρου, τον πήραν τα δάκρυα.
Και σαν οι γύρω του τον ρώτησαν γιατί δάκρυσε, είπε: «Δυο ήταν οι αιτίες. Πρώτα, η απώλεια εκείνης της γυναίκας. Ύστερα, το ότι δεν έχω τόση φροντίδα να αρέσω στον Θεό όση εκείνη για να αρέσει σε ανθρώπους αισχρούς».
ε΄. Είπε ο Αββάς Παμβώ: «Με τη χάρη του Θεού, αφ’ ότου εγκατέλειψα τον κόσμο, δεν μεταμελήθηκα για ό,τι είπα».
στ΄. Είπε πάλι: «Τέτοιο ο μοναχός ιμάτιο οφείλει να φορά, ώστε, αν το αφήσει έξω από το κελλί του επί τρεις μέρες, κανείς να μη το πάρει».
ζ΄. Συνέβη κάποτε να οδεύει ο Αββάς Παμβώ με κάποιους αδελφούς στα μέρη της Αιγύπτου. Και βλέποντας λαϊκούς καθισμένους, τους λέει: «Σηκωθείτε και χαιρετήστε τους μοναχούς, για να πάρετε ευλογία. Γιατί αδιάκοπα μιλούν στον Θεό και τα στόματα τους άγια είναι».
η΄. Διηγήθηκαν για τον Αββά Παμβώ: «Τελευτώντας, την ίδια την ώρα του θανάτου, είπε στους αγίους ανθρώπους οπού του παράστεκαν: ‘‘Αφ’ ότου ήλθα σ’ αυτό τον τόπο της ερήμου και έχτισα το κελλί μου και κατοίκησα σ’ αυτό, δεν θυμάμαι να έφαγα ψωμί όπου να μη προερχόταν από τα χέρια μου, ούτε μεταμελήθηκα για λόγο οπού είπα, έως αυτή την ώρα. Και έτσι φεύγω για τον Θεό, σαν να μη άρχισα καν να υπηρετώ τον Θεό».
θ΄. Και τούτο τον ξεχώριζε από πολλούς, ότι, αν τον ρωτούσαν να πει κάτι το αγιογραφικό ή το πνευματικό, δεν αποκρινόταν ευθύς. Αλλά έλεγε ότι δεν ήξερε τι να πει. Και πάλι να τον ρωτούσαν, δεν έδινε απόκριση.
ι΄. Είπε ο Αββάς Παμβώ: «Αν έχεις καρδιά, μπορείς να σωθείς».
ια΄. Ρώτησε ο πρεσβύτερος της Νιτρίας: «Πώς οφείλουν να ζουν οι αδελφοί;».
Και του αποκρίθηκε: «Με μεγάλη άσκηση και φυλάγοντας τη συνείδηση καθαρή απέναντι του πλησίον».
ιβ΄. Έλεγαν για τον Αββά Παμβώ, ότι, καθώς έλαβε ο Μωυσής την εικόνα της δόξας του Αδάμ, όταν δοξάσθηκε το πρόσωπο του, έτσι και του Αββά Παμβώ σαν αστραπή έλαμπε το πρόσωπο και ήταν σαν βασιλιάς καθισμένος στον θρόνο του. Το ίδιο συνέβαινε με τον Αββά Σιλουανό και τον Αββά Σισώη.
ιγ΄. Έλεγαν για τον Αββά Παμβώ, ότι ποτέ δεν γελούσε το πρόσωπο του. Μια μέρα λοιπόν, θέλοντας οι δαίμονες να τον κάνουν να γελάσει, έδεσαν σε ξύλο ένα φτερό και το βαστούσαν, θόρυβο κάνοντας και αλαλάζοντας. Βλέποντας τους δε ο Αββάς Παμβώ, γέλασε. Και οι δαίμονες άρχισαν να χορεύουν και να τον περιπαίζουν οπού γέλασε.
Αυτός όμως τους αποκρίθηκε και τους είπε: «Δεν γέλασα, αλλά καταγέλασα την αδυναμία σας, όπου τόσοι βαστάτε το φτερό».
[Αββάς Θεόδωρος της Φέρμης]
ιδ΄. Ρώτησε ο Αββάς Θεόδωρος της Φέρμης τον Αββά Παμβώ: «Πες μου κάτι ωφέλιμο».
Και με πολύ κόπο του είπε: «Θεόδωρε, πήγαινε, έχε το έλεος σου επάνω σε όλους. Γιατί το έλεος δίνει ελευθεροστομία ενώπιον του Θεού».
Ερώτησε κάποτε ένας μοναχός τον αββά Παμβώ τι θα γίνει στα έσχατα χρόνια.
Και ο Αββάς Παμβώ του λέγει:
«… Σου λέγω και τούτο Τέκνον μου, ότι θα έρθει καιρός, οπόταν οι χριστιανοί θα προσθέτουν και θα αφαιρούν και θα μεταβάλουν τας βίβλους των Αγίων Ευαγγελίων και των Αγίων Αποστόλων και των Θεσπέσιων Προφητών και των Ιερών Πατέρων και θα μαλακώνουν τας Αγίας Γραφάς και θα γράφουν τροπάρια και άσματα και λόγους τεχνολογικούς. Και ο νους των θα ξεχυθεί εις αυτούς, θα απομακρυνθούν δε από τα θεϊκά πρότυπα. Και δια τούτον τον λόγον οι Άγιοι Πατέρες είχαν προαναγγείλει ότι οι μονασταί της ερήμου πρέπει να γράφουν τους βίους των Πατέρων όχι επάνω εις μεμβράνας, αλλά επάνω εις χάρτινους διφθέρας, διότι η ερχόμενη γενεά θα τους μεταβάλλει σύμφωνα με την δική των αρέσκεια. Όθεν και το κακό που μέλλει να προέλθει θα είναι φρικτόν».
Και ο Μοναχός λέγει:
«Αλήθεια γέροντα, θα αλλάξουν οι συνήθειες και οι παραδόσεις των χριστιανών και δεν θα υπάρχουν ιερείς στις εκκλησιές;»
Και ο Γέροντας απάντησε:
«Εκείνο τον καιρό θα ψυχραθεί η αγάπη των πολλών και θα πέσει μεγάλη θλίψη. Θα γίνουν επιδρομές εθνών. Μετακινήσεις λαών, αστάθεια στους βασιλείς, ανωμαλία στους κυβερνήτες, οι ιερείς θα γίνουν άσωτοι και οι μοναχοί θα ζουν με αμέλεια. Οι ηγούμενοι θα αδιαφορούν για τη δική τους σωτηρία αλλά και του ποιμνίου τους. Θα είναι όλοι τους πρόθυμοι και πρώτοι στα τραπέζια και εριστικοί. Οκνηροί στις προσευχές αλά πρόθυμοι στην καταλαλιά, έτοιμοι για κατηγορία. Δεν θα θέλουν ούτε να μιμούνται ούτε αν ακούνε βίους και λόγους Γερόντων, αλλά κυρίως θα φλυαρούν και θα λένε “αν ζούσαμε κι εμείς στις μέρες τους, θα αγωνιζόμασταν και εμείς”. Οι επίσκοποι πάλι των καιρών εκείνων θα δείχνουν δουλικότητα προς τους ισχυρούς, θα βγάζουν τις αποφάσεις ανάλογα με τα δώρα που θα παίρνουν και δεν θα υπερασπίζονται τους φτωχούς, όταν θα κρίνονται. Θα θλίβουν τις χήρες και θα καταταλαιπωρούν τα ορφανά. Ακόμη θα εισχωρήσει και στον λαό απιστία, ασωτία, μίσος, έχθρα, ζήλεια, φιλονικία, κλεψιά, μέθη, έξαλλες διασκεδάσεις, μοιχεία, πορνεία, φόνοι και διαρπαγές».
Είπε τότε ο αδελφός: «Και τί θα μπορεί να κάνει κανείς σε τέτοιους δύσκολους καιρούς;»
Και ο Γέροντας απάντησε:
«Παιδί μου, σε τέτοιες ημέρες θα σωθεί εκείνος που θέλει και προσπαθεί να σώσει την ψυχή του και αυτός θα ονομαστεί μέγας στη Βασιλεία των Ουρανών».
Το θέμα διαβάστηκε 12 φορές !

